ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ «ΚΟΥΚΟΥΝΑΡΙΕΣ», ΠΑΡΟΣ

Μελέτη ανάδειξης αρχαιολογικού χώρου «Κουκουναριές» Πάρου (Α’ φάση)

Εργοδότης: Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος & Πολιτισμού
Χορηγός: Ίδρυμα Α.Γ. Λεβέντη
Μελέτη: 2013
Συνεργάτες: Schilardi D., Αρχαιολόγος
Λεκάκης Στε., Αρχαιολόγος
Ριζάκης Προδρ. Τοπογράφος

Oι Κουκουναριές αποτελούν μία από τις αρχαιότερες, μεγαλύτερες και σημαντικότερες ακροπόλεις στο Αιγαίο, με πλούσια ευρήματα κατοίκησης από την Ύστερη Νεολιθική έως την Πρώιμη Αρχαϊκή περίοδο (5η χιλ. π.Χ. έως 7ος αι. π.Χ.). Η ακρόπολη των Κουκουναριών, στα βόρεια της Πάρου, εντός του κόλπου της Νάουσας, αποτέλεσε τόπο συστηματικής ανασκαφικής δραστηριότητας για πάνω από μία 15ετία, από το 1976 έως το 1992.

Η ανασκαφή διενεργήθηκε από το κλιμάκιο του Προγράμματος «Ανασκαφές Πάρου» υπό την αιγίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, φέρνοντας στο φως σημαντικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που αποδεικνύουν την έντονη και συστηματική χρήση του χώρου, ως τόπου κατοίκησης, χρήσης και λατρείας. Ο λόφος είναι γνωστός κυρίως ως «αρχαία ακρόπολη», εξαιτίας του μυκηναϊκού ηγεμονικού συγκροτήματος και των πολυπληθών οχυρώσεων της ΙΙΙΓ φάσης, που τον περιβάλλουν. Υπογραμμίζεται ότι ενώ ανάλογες θέσεις στο Αιγαίο είναι γνωστές για τη χρήση τους για μία ή δύο το πολύ επάλληλες φάσεις, το γεγονός που αναδεικνύει τη μοναδικότητα των Κουκουναριών, ως κάψουλας διαχρονικής χρήσης, είναι οι επάλληλες οικιστικές φάσεις που αντιπροσωπεύονται από ερείπια της Ύστερης Νεολιθικής, της Πρώιμης Κυκλαδικής, της Μυκηναϊκής ΙΙΙΓ, της Πρωτογεωμετρικής, της Γεωμετρικής και της Πρώιμης Αρχαϊκής περιόδου (5η χιλ. έως 7ο αι. π.Χ.).

Ο κωνικός λόφος, που υψώνεται με μαλακές υψομετρικές 75 περίπου μέτρα μέσα από το βραχώδες τοπίο του κόλπου της Νάουσας, είναι φορέας σπουδαίων αρχαιολογικών παλίμψηστων, διαμορφωμένων σε τρία πλατώματα και τα άνδηρα, αλλά και σημαντικού φυσικού πλούτου. Η διττή φύση του και οι αξίες που του αποδίδονται από την επιστημονική σκοπιά και την τοπική κοινωνία επέβαλαν μια συνολική προσέγγιση της μελέτης προς το φυσικό και δομημένο περιβάλλον, που αντιμετωπίζονται ως μια ενότητα.

Από την άλλη, η θέση και η διαλεκτική του σχέση με το νησί της Πάρου ιστορικά (περίοδοι χρήσης και εγκατάλειψης και η σχέση με την υπόλοιπη πόλη) αλλά και σύγχρονα (στις παρυφές του κέντρου αλλά έξω από την τουριστική ζώνη), οδήγησαν σε μια ισόρροπη πραγμάτευση της έννοιας του λόφου. Έτσι, ο λόφος των Κουκουναριών αντιμετωπίζεται ως ‘νησίδα’, αποκομμένος γεωγραφικά τόπος και φορέας αυτόνομης ιστορίας, αλλά και ως ‘τμήμα’ του κοινωνικού και αρχαιολογικού ιστού της πόλης, μέρος του ευρύτερου δικτύου των αρχαιολογικών χώρων της Νάουσας και της Πάρου. Στην τροχιά αυτή, υποστηρίζοντας δηλαδή την ολιστική και διαλεκτική θεώρηση του λόφου, οι όποιες παρεμβάσεις προτείνονται στην παρούσα μελέτη έχουν ήπιο χαρακτήρα, συμβατό με το φυσικό και δομημένο περιβάλλον του λόφου. Σκοπός είναι η ελάχιστη δυνατή επιβάρυνση του τοπίου και των καταλοίπων με το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα από πλευράς προστασίας, ανάδειξης, εκπαίδευσης και ψυχαγωγίας.

Έτσι, αντίθετα με την τάση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια σε αρχαιολογικούς χώρους: του περιορισμού, των ισχυρών περιφράξεων, της υπερβολικής περισχοίνησης των ερειπίων-μνημείων και της καθολικής απαγόρευσης πρόσβασης -που συχνά επιφέρουν αντίθετα αποτελέσματα και μεγαλύτερες φθορές στον αρχαιολογικό πόρο-, η παρούσα πρόταση ακολουθεί τις αρχές της «παθητικής» προστασίας. Υποστηρίζει δηλαδή ότι οι αρχαιότητες προστατεύονται καλύτερα όταν διατηρούνται σε καλή κατάσταση, με καθαρό τον περίγυρο τους και επιλεγμένες περιφράξεις (ελαφρού τύπου), όταν ερμηνεύονται ικανοποιητικά και όταν οι πορείες ανάμεσά τους περιγράφονται και σημαίνονται διακριτικά όταν εμφανίζουν δηλαδή μια φροντισμένη εικόνα. Στο ισόρροπα αυτό διαμορφωμένο, διαλεκτικό πλαίσιο φύσης και αρχαιολογίας, μονάδας και συνόλου προστίθεται ο παράγοντας ‘επισκέπτης’, που νοηματοδοτεί όλες τις επεμβάσεις και βιώνει το χώρο, ο οποίος τελικά συντίθεται από την εμπειρία της επίσκεψής του.

Οικοδομώντας στην αρχή των ήπιων και διακριτικών παρεμβάσεων, η πρόταση αντιμετωπίζει τον επισκέπτη ως μια πολυαισθητική οντότητα -πέρα από τις παρατηρητικές του ικανότητες- και προωθεί μια βιωματική προσέγγιση του λόφου. Με αυτό τον τρόπο στοχεύει στη μείωση της αίσθησης του ανοίκειου, που συνήθως προκαλείται από αλόγιστες παρεμβάσεις- διαμορφώσεις στους αρχαιολογικούς χώρους, και πριμοδοτεί την προσωπική/συλλογική πολιτιστική συνδιαλλαγή του επισκέπτη με το φυσικό και δομημένο περιβάλλον και τη διαμόρφωση ‘ενήμερης εμπειρίας’, το κυριότερο στοιχείο που παίρνει κανείς μαζί του μετά την επίσκεψη ενός αρχαιολογικού χώρου.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s